Αγαπημένη μου,
έχει περάσει μόλις ένας χρόνος από το χωρισμό μας κι όμως, τα θυμάμαι όλα σαν να ήταν πέρυσι. Η εικόνα σου δεν μπορεί να σβήσει, ούτε καν να ξεθωριάσει από το νου μου. Είναι σαν να έχει συνδεθεί με τα ηλεκτρόδια του εγκεφάλου μου και να μην μπορώ να βρω την πρίζα. Γιατί μου το κάνεις αυτό μωρή καριόλα; Γιατί; Όχι, συγχώρεσέ με αγάπη μου. Έχω πιεί λίγο και δεν ξέρω τι γράφω.
Θυμάμαι την πρώτη φορά που αντικρίσαμε ο ένας τον άλλο. Ήσουν τόσο όμορφη. Καθόσουν με τις φίλες σου και ξεχώριζες ανάμεσά τους, όπως ένα κάτασπρο λουλούδι επιβάλει την αδιαμφισβήτητη ομορφιά του καθώς υψώνεται ανάμεσα σε τσουκνίδες. Με κοίταζες με αυτό το γεμάτο απορία βλέμμα σου που με τρέλαινε. Ήμουν πιωμένος και θαρρετός, σε πλησίασα, σου χάιδεψα τα μαλλιά και σου είπα, «πάμε;». «Νε», μου αποκρίθηκες, «νε».
Κι αυτό ήταν το ξεκίνημα ενός μεγάλου έρωτα, όμοιου με αυτόν που γράφουν στα βιβλία, όμοιου με αυτόν που τυραννάει ασταμάτητα τους ποιητές, και τους εξωθεί να ξεσκίσουνε τις καλλιτεχνικές τους φλέβες, γεμίζοντας με λογοτεχνικό αίμα τις τσαλακωμένες σελίδες τους. Ο έρωτας του μπεκρή για την μποτίλια του, του τζάνκι για τη δόση του, του μαλάκα για την παλάμη του. Ο έρωτάς μου για σένα.
Θυμάμαι κάθε φορά που το είδωλό μου καθρεπτιζόταν στα μεγάλα σαν ζαφείρια μάτια σου, πως υγραίνανε και δάκρυα χαράς και λαχτάρας για έρωτα χύνονταν βροχή, μουλιάζοντας το ξεραμένο χώμα. Έπειτα, γυμνοί και οι δυο, κάναμε το φεγγάρι να κρύβεται από ντροπή πίσω από τα ουράνια πέπλα του, σαν άκουγε την εκπλήρωση του έρωτά μας. «Νε, νε, νεεεε..» ξεφώνιζες, και εγώ από πίσω συμφωνούσα.
Λατρεμένη μου, θυμάμαι όλες τις φορές που σε ρώταγα αν μ’ αγαπάς όσο και εγώ. Η απάντηση ήταν «νε», ακόμα κι αν δε σε ρωτούσα. Τώρα καταλαβαίνω το μέγεθος της αγάπης σου για μένα. Θυμάμαι τότε που γονατιστός, πιωμένος λίγο το παραδέχομαι, σου χάιδεψα τα μαλλιά και σου ζήτησα να με παντρευτείς. «Νε», αναφώνισες γεμάτη δάκρυα, «νε».
Μονάκριβή μου, πόσο αλλιώτικα θα ήταν σήμερα τα πάντα αν ήμασταν ακόμα μαζί. Πόσο αργά θα έρρεε για εμάς το αιώνιο ποτάμι του χρόνου. Πόσες θεσπέσιες αναμνήσεις θα αποκομίζαμε αν κάναμε αυτό το γαμήλιο ταξίδι στα νησιά του πάσχα που σου είχα τάξει. Πόσο άραγε; Δεν μάθαμε ποτέ. Αχ, ας ήταν μόνο αυτό το «νε» σου, να βούιζε στα αυτιά μου αιώνιο.
Ας ήταν όμως και οι αναμνήσεις να μην έρχονταν ποτέ παρέα. Καλές και άσχημες μαζί, φίλες αχώριστες από παιδιά, τι αδικία. Θυμάμαι… Ήταν νύχτα όταν χωρίσαμε, έξω βροχή. Είχαμε κουρνιάσει σαν δυο αρκουδένια τομάρια δίπλα στο τζάκι. Σου χάιδευα τα μαλλιά έτσι όπως ήσουν αφημένη πάνω μου μετά το εξοντωτικό γαμήσι. Τα χείλη σου ακόμα σχημάτιζαν τα ηδονικά σου «νε». Το ρολόι του ήλιου είχε σπάσει και η αυγή αργούσε να φανεί. Ήμουν και λίγο πιωμένος και όλα φάνταζαν υπέροχα. Μέχρι εκείνη τη μοιραία στιγμή.
Εκείνη τη γυμνή στιγμή που οι κατάρες μιας ζωής δε φτάνουν να τη ντύσουν. Που ήταν λες και όλα σκοτείνιασαν κι ας ήταν η φωτιά θρεμμένη μες το τζάκι. Που ήταν σαν να άνοιξε ο κώλος του σύμπαντος και να έχεσε στα κεφάλια μας. Δεν έφτανε αυτό, τράβηξε και το καζανάκι. Τη στιγμή που η ζήλεια οδήγησε εκείνο το βράδυ αυτούς τους βάρβαρους με τα δαδιά, μέσα στο αχυρένιο καταφύγιό μας. Ακόμα δεν έχω συγχωρήσει τον εαυτό μου που είχα ξεχάσει να κλειδώσω.
Σε τράβηξαν απ’ τα μαλλιά βίαια και σε πήραν από τη ζεστή αγκαλιά μου. Στα χέρια μου ξεριζωμένες τούφες σου. Ήμουν πιωμένος και δεν είχα δύναμη να αντιδράσω. Ουρλιάζανε για θεούς και δαίμονες, ανήμποροι να αποδεχθούν την εικόνα του έρωτά μας. Ζήλεια. Καταραμένη ζήλεια.
Μέσα στον πανικό το απλανές σου βλέμμα συνάντησε το δικό μου. «Θα μ’ αγαπάς για πάντα;», ρώτησα. «Μπεεεε», ξεφώνισες καθώς σε απομακρύνανε, «μπεεε, ρε μαλάκα, μπεεε».
Αγαπημένη μου…

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου