Πέμπτη 28 Απριλίου 2011

Δράκος

Ένα άρωμα χλωροφύλλης πλανάται στον αέρα
Κι εγώ την τύχη βλαστημώ, να πάρει, τί ξενέρα;
Τριγύρω όλα γυμνά, τα πάντα κλαδεμένα
Αναφωνώ «Μα τι σκατά; Κανείς δεν σκέφτηκε κι εμένα;»
~   Ο   ~
Πηγαίνω σε άλσος διπλανό, τρέχω σχεδόν
Κι εκεί το ίδιο σκηνικό, τώρα τι κάνουμε λοιπόν;
Πέρασαν δεύτερα, λεπτά, μπορεί και ώρες, δεν θυμάμαι
Και ξάφνου αντίκρισα κλαδιά, μ’ όλα τα φύλλα τους απάνω να ‘ναι
~   Ο   ~
Μήτε αγαλλίαση μηδέ χαρά, τέτοια δεν είχα ξανανιώσει
Εντάξει, ίσως κι άλλη μια φορά, τότε που ένας ναύτης μ’ είχε πιπώσει
Ήταν ένα βράδυ σκοτεινό, και είχα κατέβει στο λιμάνι
Λίγη στοργή κι εγώ να βρώ, να… «Ώπα. Συγκεντρώσου Γιάννη»
~   Ο   ~
Λοιπόν που είχα μείνει, για να δω,. Α ναι, ο θάμνος ο πανώριος
Νιώθω αγαλλίαση, χαρά, σαν τότε που … τι πίπες έκανες ρε Γκιώργκος
Κεφάλι μοτέρ, χείλη παχιά, ρουφούσες με μανία…
Βήματα πλησιάζουν ζωηρά, «Γαμώτο, μαλακία»
~   Ο   ~
Ξεχνώ τον Γκιώργκος και γοργά, τον βάζω μες το παντελόνι
Κουμπώνω με βιάση τα κουμπιά, ο θόρυβος να δυναμώνει
Πίσω απ’ το θάμνο κρύβομαι, τρίβω τα χέρια καρτερώντας
Βλέπω δυο γκομενάρες δίμετρες, πλησιάζουνε χασκογελώντας
~   Ο   ~
Φέρνω το χέρι στην κωλότσεπη, τραβώ το κατσαβίδι
Βγαίνω μπροστά τους απ’ το θάμνο μου, τις ρίχνω στο γρασίδι
Σηκώνονται αμέσως και η μια, βγάζει απ’ την τσάντα πέπερ-σπρέι
Φσσσιτ κι όλα σκοτάδι ξαφνικά, «Ααααααα, η μαλακία καίει!»
~   Ο   ~
Πέφτω ουρλιάζοντας κι αυτές, μ’ αρχίζουν στο κλωτσομπουνίδι
Μπουνιές, κλωτσιές , βρισιές, «Σ’ ΑΡΕΣΕΙ ΤΩΡΑ ΑΡΧΙΔΙ;»
Φεύγουν, και μένω μες στα αίματα, ο πόνος ειν’ πελώργιος
Τον παίζω κι αφήνομαι στις σκέψεις μου, «Γκεια σου, με λένε Γκιώργκος..»