Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2011

Τις νύχτες δεν κοιμάμαι

Τις νύχτες δεν κοιμάμαι. Όχι πια.
Το σώμα νυστάζει μα η ψυχή ξαγρυπνά.
Ξαγρυπνά και προσμένει, προσμένει ένα φως,
πριν βγει ο ήλιος, ο λαμπερός.
Οι ώρες περνάνε σαν να’ ναι πουλιά,
που τρέχουν να φύγουν από μια πιστολιά.
Γρήγορα ξημερώνει, ο ήλιος καυτός,
μα γύρω σκοτάδι, γιατί είμαι τυφλός.
Τυφλός από αγάπη, και φταίει μια ξανθιά,
ίσως λίγο και οι ρώσοι, μα ας μην πάμε σ’ αυτά.
Ας μείνουμε σε σένα, σε σένα μωρή,
που ντύνεσαι πρόστυχα, πουτάνα, τσουλί.
~   Ο   ~
Θυμάμαι σαν τώρα, εκείνο το βράδυ,
που σε είδα μπροστά μου, σαββάτο στο γκάζι.
Φορούσες μια ζώνη, την είχες για φούστα,
και το σουτιέν του σπορ μπίλι, να κρύψεις τα μπούστα.
Σε κοίταγα ώρα, για ένα σημάδι,
ένα νεύμα να κοπιάσω, να πάρω ένα χάδι.
Με κοίταξες φευγαλέα, ας είναι, δεν περίμενα πολλά,
μην ξεχνάς πως είχα πιει κιόλας, γύρω στα δέκα ποτά.
Πλησίασα και σου πα, με λένε Γου-lee,
κι αστειεύτηκα με τον καραφλό, αδερφό του brous-lee.
~   Ο   ~
Στο βλέμμα σου αναγνώρισα, αηδία, σιχαμάρα,
το επιβεβαίωσες λέγοντας,» αει πνίξου, παπάρα».
Ένα δάκρυ μου κύλησε, καυτό απ’ το μάτι,
«πάλι μόνος ρε πούστη», σκέφτηκα, «μετά στο κρεβάτι».
Έκανα μεταβολή και έφυγα, πετώντας και μια κατάρα,
γυρνώ σπίτι, κλειδώνομαι, και γδύνομαι με λαχτάρα,
Και τι έγινε που αρνήθηκες, να με γνωρίσεις λιγάκι,
εγώ σ’ αγαπάω και μόνος μου, δεν σ’ έχω ανάγκη.
Το χέρι μου πάλλεται, κρατώντας τον κ.Γουλάρα,
και σύντομα όλα γύρω μου, τα κάνω μαντάρα.
Σταγόνες αγάπης εκτοξεύονται, στους τοίχους, στο πισί,
μα ο έρωτας δεν ξεθύμανε, επαναλαμβάνεται η σκηνή.
~   Ο   ~
Για μέρες, για νύχτες, δεν μπορείς να το διανοηθείς,
κι ας μου ‘λεγε μικρό η μάνα μου, σταμάτα το, θα τυφλωθείς.
Σιγά-σιγά οι μέρες χάνονταν, μεγάλωναν τα βράδια,
έως ότου τελικά τυφλώθηκα, με πήραν τα σκοτάδια.
Γι’ αυτό σου λέω σκέψου το, προτού μαλακιστείς,
σταμάτα δεν αξίζει φίλε μου, γίνε βιαστής.
Κι όσοι σκεφτούν  «μα τί σκατά, πάλι τα έκοψε ο τρελός, τα χάπια τα ρημάδια;»,
σας έχω νέα κουφάλες, βλέπω πια, προσέχετε τα βράδια…

Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2011

Πουλής

Σκέφτομαι συνέχεια.Ναι.Σκέφτομαι πολλά πράγματα όλη την ώρα.Δεν σταματώ να σκέφτομαι.Πράγματα άσχετα, αδιάφορα, ανόητα και πολλές φορές παράλογα.Τώρα τελευταία όμως μου έχει γίνει έμμονη ιδέα μία και μόνο σκέψη.Μια σκέψη που φαντάζει όμως αληθινή.Και πιστέψτε με, είναι..
   Είμαι λέει ένα πουλί.Ένα μεγάλο, εξωτικό και αγέρωχο πουλί.Απλώνω τα φτερά μου και ο χώρος γεμίζει χρώματα, πολύχρωμες εικόνες μιας πραγματικά αψεγάδιαστης πλάσης.Ένα αριστούργημα της φύσης, μια ζωγραφιά που προκαλεί δέος στα μάτια των κοινών θνητών.Ο χρόνος δεν έχει επίδραση πάνω μου.Βροχές και θυέλες πέφτουν πάνω μου και τσακίζονται σαν ακυβέρνητα πλοιάρια που συναντούν υφάλους.Ακόμα και σφαίρες.Ναι, καλά διάβασες.Ακόμα και σφαίρες εξοστρακίζονται σαν πάνω σε τάνκ όταν διασταυρώνονται οι τροχιές μας.Και ξαφνικά, πετάω.Σπρώχνω τον άνεμο με τα πολύχρωμα φτερά μου και ανύπταμαι.Πετάω ψηλά χαλιναγωγώντας τον άνεμο σαν να ήταν το μουλάρι μου.Και από εκεί ψηλά όλα μοιάζουν μικροσκοπικά.Σπίτια, άνθρωποι, αυτοκίνητα.
   Μικροσκοπικά αγκάθια που έχουν για τα καλά εισχωρήσει στο ευαίσθητο δέρμα της μητέρας μου.Της μητέρας φύσης.Την έχουν πληγώσει και πονάει, αιμοραγεί.Από εδώ ψηλά φαίνονται καθαρά οι πληγές, τα στίγματα, τα ερυθρά ποταμάκια της αιμοραγούσης μητρός μου.Και έτσι όπως ήπταμαι ψηλά στα ουράνια, η θλίψη και η οργή που με διακατέχουν μετατρέπονται σε όπλο.Ένα όπλο τόσο τρομακτικό και δόλιο, ένα όπλο από εκείνα που απλά αναφωνείς "τη γαμήσαμε" και τίποτε άλλο.Και εξαπολύω την επίθεσή μου.Τεράστιες και συμπαγείς κουτσουλιές εκτοξεύονται από την τέλεια σχεδιασμένη οπή μου και προσκρούουν με μανία και μένος πάνω σε σπίτια, κεφάλια, αυτοκίνητα.Τίποτε και κανείς δεν ξεφεύγει από την τρομερή επίθεσή μου.Οροφές καταρέουν, αμάξια διαλύονται, άνθρωποι χεσμένοι από την κορυφή ώς τα νύχια πέφτουν κάτω λυπόθυμοι.Πανικόβλητοι τρέχουν να σωθούν από αυτή τη βιβλική καταστροφή.Αλλά τίποτα δεν είναι αρκετό.Όλα μία άμορφη μάζα τσιμέντου, λαμαρίνας και σκατών.Ένα πραγματικά θεσπέσιο υπερθέαμα, ένα αριστούργημα, μία τέλεια εκτελεσμένη συμφωνική ορχήστρα με εμένα στο ρόλο του μαέστρου.Εμένα.Το πουλί.Το μεγάλο, εξωτικό και αγέρωχο πουλί.Και μπορεί μερικοί να γελάσουν.Μερικοί να πουν ότι είμαι μαλάκας.Μπορεί ακόμη πάνω στη σύγχυσή τους να αναφωνήσσουν σαν τον ψυχίατρό μου, "μα αυτός είναι τρελός για δέσιμο".Αλλά δεν με πειράζει.Παρά μόνο με θλίβει.Με θλίβει το πόσο αναίσθητοι, τυφλοί και κωφοί είναι.Τόσο αναίσθητοι που έχουν συνειδητά ξεχάσει να αφουγκράζονται, να νιώθουν το περιβάλλον και τη φύση που τους περιβάλλει.Τόσο τυφλοί που δεν βλέπουν τα χρώματά μου.Τόσο κωφοί που δεν ακούνε το τραγούδι μου.Για όλους αυτούς, όλους εσάς που με κατακρίνετε, που γελάτε μαζί μου και συνεχίζετε να απλώνετε τις αγκαθωτές ρίζες σας, έχω να πω μόνο ένα πράγμα.Τσίου..