Τις νύχτες δεν κοιμάμαι. Όχι πια.
Το σώμα νυστάζει μα η ψυχή ξαγρυπνά.
Ξαγρυπνά και προσμένει, προσμένει ένα φως,
πριν βγει ο ήλιος, ο λαμπερός.
Οι ώρες περνάνε σαν να’ ναι πουλιά,
που τρέχουν να φύγουν από μια πιστολιά.
Γρήγορα ξημερώνει, ο ήλιος καυτός,
μα γύρω σκοτάδι, γιατί είμαι τυφλός.
Τυφλός από αγάπη, και φταίει μια ξανθιά,
ίσως λίγο και οι ρώσοι, μα ας μην πάμε σ’ αυτά.
Ας μείνουμε σε σένα, σε σένα μωρή,
που ντύνεσαι πρόστυχα, πουτάνα, τσουλί.
~ Ο ~
Θυμάμαι σαν τώρα, εκείνο το βράδυ,
που σε είδα μπροστά μου, σαββάτο στο γκάζι.
Φορούσες μια ζώνη, την είχες για φούστα,
και το σουτιέν του σπορ μπίλι, να κρύψεις τα μπούστα.
Σε κοίταγα ώρα, για ένα σημάδι,
ένα νεύμα να κοπιάσω, να πάρω ένα χάδι.
Με κοίταξες φευγαλέα, ας είναι, δεν περίμενα πολλά,
μην ξεχνάς πως είχα πιει κιόλας, γύρω στα δέκα ποτά.
Πλησίασα και σου πα, με λένε Γου-lee,
κι αστειεύτηκα με τον καραφλό, αδερφό του brous-lee.
~ Ο ~
Στο βλέμμα σου αναγνώρισα, αηδία, σιχαμάρα,
το επιβεβαίωσες λέγοντας,» αει πνίξου, παπάρα».
Ένα δάκρυ μου κύλησε, καυτό απ’ το μάτι,
«πάλι μόνος ρε πούστη», σκέφτηκα, «μετά στο κρεβάτι».
Έκανα μεταβολή και έφυγα, πετώντας και μια κατάρα,
γυρνώ σπίτι, κλειδώνομαι, και γδύνομαι με λαχτάρα,
Και τι έγινε που αρνήθηκες, να με γνωρίσεις λιγάκι,
εγώ σ’ αγαπάω και μόνος μου, δεν σ’ έχω ανάγκη.
Το χέρι μου πάλλεται, κρατώντας τον κ.Γουλάρα,
και σύντομα όλα γύρω μου, τα κάνω μαντάρα.
Σταγόνες αγάπης εκτοξεύονται, στους τοίχους, στο πισί,
μα ο έρωτας δεν ξεθύμανε, επαναλαμβάνεται η σκηνή.
~ Ο ~
Για μέρες, για νύχτες, δεν μπορείς να το διανοηθείς,
κι ας μου ‘λεγε μικρό η μάνα μου, σταμάτα το, θα τυφλωθείς.
Σιγά-σιγά οι μέρες χάνονταν, μεγάλωναν τα βράδια,
έως ότου τελικά τυφλώθηκα, με πήραν τα σκοτάδια.
Γι’ αυτό σου λέω σκέψου το, προτού μαλακιστείς,
σταμάτα δεν αξίζει φίλε μου, γίνε βιαστής.
Κι όσοι σκεφτούν «μα τί σκατά, πάλι τα έκοψε ο τρελός, τα χάπια τα ρημάδια;»,
σας έχω νέα κουφάλες, βλέπω πια, προσέχετε τα βράδια…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου