Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2011

4


Τρέχω. Οι μύες των ποδιών μου καίνε και το ένα μου πνευμόνι το έφτυσα πριν δύο τετράγωνα. Γύρω μου ερείπια, σπασμένες βιτρίνες, σπίτια τυλιγμένα στις φλόγες. Γύρω μου άνθρωποι. Άλλοι τρέχουν, άλλοι στέκονται ακίνητοι κι άλλοι είναι σωριασμένοι κάτω και πνίγονται στο ίδιο τους το αίμα. Όλοι όμως μοιάζουνε, όλοι μας μοιάζουμε. Φοράμε όλοι την ίδια μάσκα. Τη μάσκα της φρίκης, της αγωνίας, του αναπόφευκτου. Ελάχιστα μέτρα πίσω μου ακούγονται οι κραυγές των λιγότερο τυχερών, αυτών που κουράστηκαν να τρέχουν. Μία κραυγή, ένας πυροβολισμός και ύστερα το ίδιο σκηνικό. Όλα ξεκίνησαν πριν από τρεις ώρες, νομίζω, ίσως και πριν από μία ώρα, μισή ώρα, δέκα λεπτά. Έχω χάσει την αίσθηση του χρόνου. Δεν έχει άλλωστε σημασία. Το μόνο που σκέφτομαι είναι να συνεχίσω να τρέχω. Μας κυνηγάνε δύο παιδάκια, δύο μικρά, γλυκά, στρουμπουλά, γαμημένα  παιδάκια. Κρατάνε καλάζνικοφ και καραμπίνες, περίστροφα και μπαζούκας. Περιπολικά εκτοξεύονται φλεγόμενα, μπάτσοι σωριάζονται στο δρόμο κατά μυριάδες, κλούβες  εκρήγνυνται με κρότο . Λαμαρίνες, αλεξίσφαιρα, τεθωρακισμένα οχήματα, τίποτα δεν είναι ικανό να σταματήσει τα φονικά τους βλήματα. Σαρώνουν τους πάντες και τα πάντα στο διάβα τους. Δύο παιδάκια, δύο γαμημένα παιδάκια. Κάπου-κάπου ακούγεται στο βάθος μια φωνή που λέει «Τα σκότωσαν, ναι, τα σκότωσαν τα μπάσταρδα». Ξανασηκώνονται όμως και η ίδια φωνή λέει «Ω, σκατά» και μετά μεταμορφώνεται σε κραυγή και λέει «Ααααργκ…». Κανείς και τίποτα δεν είναι ικανό να τα σταματήσει. Τίποτα; Ξαφνικά ακούγονται έλικες. Τα βλέμματα όλων στρέφονται στον ουρανό. Είναι τα ελικόπτερα. Επιτέλους, καιρός ήταν να επέμβει και ο στρατός. Τα πυρά των μανιασμένων πουστόπαιδων στρέφονται στον ουρανό. Ένα, δύο, δέκα ελικόπτερα αρπάζουν φωτιά και συντρίβονται πάνω στο τρομαγμένο πλήθος. Όλα τους καταρρίπτονται το ίδιο στιγμιαία όπως εμφανίστηκαν. Όλα τους; Έχει μείνει μόνο ένα, ένα μεγάλο, λαμπερό, γαμηστερό ελικόπτερο. Τα μικρά μαλακισμένα το πυροβολούν, του εκτοξεύουν ρουκέτες, του πετάνε μπόμπες, το φτύνουν, του κάνουν κωλοδάχτυλα. Το μεγάλο ελικόπτερο όμως συνεχίζει να αιωρείται αγέρωχο. Μία αίσθηση προσμονής διακατέχει τους πάντες, μερικά χαμόγελα σχηματίζονται δειλά-δειλά. Περιμένουμε. Όχι για πολύ. Μεγάλες, λαμπερές, γαμηστερές ρουκέτες εκτοξεύονται η μία μετά την άλλη από το μεγάλο, λαμπερό, γαμηστερό ελικόπτερο. Η μία μετά την άλλη βρίσκουν με ακρίβεια πενήντα μέτρων το στόχο τους. Ας είναι. Έτσι κι αλλιώς θα τους σκότωναν τα μικρά μαλακιστήρια. Τα πάντα καλύπτονται από το νέφος της μεγάλης, λαμπερής, γαμηστερής έκρηξης. Όλοι περιμένουν, ιδρώνουν, ξεφυσάνε, ξύνονται. Σιγά-σιγά η ατμόσφαιρα καθαρίζει, οι φλόγες καταλαγιάζουν. Τίποτα δεν φαίνεται να μπορεί να επιβίωσε. Δύο μικρές, γλυκές, στρουμπουλές, γαμημένες φιγούρες αχνοφαίνονται. Όλοι περιμένουμε, ελπίζουμε, προσευχόμαστε. Όλοι με μια φωνή μετράμε αντίστροφα. Δέκα, εννιά, οχτώ, εφτά, το ένα σκατόπαιδο σωριάζεται. Συνεχίζουμε να μετράμε, έξι, πέντε, τέσσερα, τρία… και το δεύτερο γαμόπαιδο σωριάζεται χτυπώντας το μικρό, γλυκό, στρουμπουλό, γαμημένο σκατοκέφαλό του στην άκρη του πεζοδρομίου με κρότο. Δύο, ένα…. Επικρατεί ησυχία, όλοι κοιταζόμαστε μεταξύ μας και περιμένουμε. Ξαφνικά η σιωπή σπάει. Αυτό που όλοι προσμέναμε. Μια χαρούμενη φωνή. «Ναιιιιι, πάρτε τ΄αρχίδια μου μαλακισμένα, ναιιιιιιιιι, ψοφίστε μπάσταρδα.» Ανακούφιση, αγαλλίαση,  πλημμυρίζουν τους πάντες. Τα μικρά, γλυκά, στρουμπουλά, γαμημένα παιδάκια δεν ξανασηκώθηκαν. Ήταν πλέον γεγονός. Τους τελείωσαν επιτέλους τα κέρματα. Άλλη μια μέρα έφτασε στο τέλος της και όσοι επέζησαν ήταν ευγνώμονες. Μία νέα μέρα φαίνεται στον ορίζοντα, στο βάθος, εκεί που τελειώνει η πόλη μας, εκεί που τελειώνει η πίστα τέσσερα….

Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2011

Τραβλής

Σκέφτομαι συνέχεια. Ναι. Σκέφτομαι πολλά πράγματα όλη την ώρα. Δεν σταματώ να σκέφτομαι. Πράγματα άσχετα, αδιάφορα, ανόητα και πολλές φορές παράλογα. Τώρα τελευταία όμως μου έχει γίνει έμμονη ιδέα μία και μόνο σκέψη. Μια σκέψη που φαντάζει όμως αληθινή. Και πιστέψτε με, είναι..
 
  Είμαι λέει τραβεστί. Ένας ώριμος, αρρενωπός, μουσάτος τραβεστί. Φοράω το λαμπερό μου στρασάτο φόρεμα και αλωνίζω περήφανος στους δρόμους της Αθήνας. Τα στενά σοκάκια της Πλάκας αντηχούν τα χαρμόσυνα τακ-τουκ καθώς τα τακούνια μου συναντούν το λιθόστρωτο διάβα τους, τα μαγαζιά του Γκαζιού πλημυρίζουν χρώματα και φως σαν τα φωτορυθμικά τους χτυπούν το φόρεμά μου, η Συγγρού, μια συμφωνική ορχήστρα από κόρνες και σφυρίγματα. Νωχελικά βλέμματα ξαφνικά αστράφτουν από πόθο και λαχτάρα σαν πέφτουν πάνω στην καλλίγραμμη σιλουέτα μου, νεανικά, αθώα πρόσωπα, αναψοκοκκινίζουν σαν παρατηρούν την υποψία στρίνγκ που διαγράφεται πάνω στο σμιλευμένο κωλαράκι μου. Σκυλιά γρυλλίζουν και γάτες γουργουρίζουν τρεμάμενες σαν το άρωμα μου ερεθίζει τα ευαίσθητα ρουθούνια τους. Τα πάντα γύρω μου ομορφαίνουν και ζωντανεύουν από την ανυπέρβλητη ομορφιά που εκπνέει η παρουσία μου. Όλη η πλάση σηκώνει τα χέρια ψηλά δοξάζοντας τον Καλλιτέχνη μου. Κι όμως…
   Η ζήλεια, ο φθόνος, η κακία, ίσως και ο φόβος για το ανεξήγητο, γίνονται όπλα σε ορισμένους κακόβουλους που προσπαθούν μάταια να σπιλώσουν το ίματζ μου. Κακομαθημένα σκατόπαιδα με δείχνουν και ουρλιάζουν δακρυσμένα, γονείς τρέχουν πανικόβλητοι αρπάζοντας τα παιδιά τους από το χέρι, χαζοχαρούμενα κοριτσάκια ψουψουρίζουν μεταξύ τους χαχανίζοντας. Κομπλεξικές γεροντοκόρες μου ρίχνουν νερό από τα μπαλκόνια τους, ξεδιάντροποι πορνόγεροι μου κλείνουν το μάτι κουνώντας ρυθμικά τη ρυτιδιασμένη γλώσσα τους, μεθυσμένοι σαραντάρηδες με αποκαλούνε Μπάμπη και μου τσιμπούν δυνατά το γκώλο γελώντας, εξοδούχοι φαντάροι με φωνάζουν Κώστα και μου πετάν γιαούρτια από τα αμάξια τους. Η υπομονή όμως έχει και τα όρια της. Και πιστέψτε με, τα έχω ξεπεράσει καιρό τώρα. Γι’ αυτό λοιπόν μια προειδοποίηση, σε όλους αυτούς, σε όλους εσάς που δεν αποδέχεστε τη λαμπερή μου ύπαρξη, προσέξτε την επόμενη φορά που θα βρεθώ στα νώτα σας. Με λένε Γιάννη και δεν πέτυχε πλήρως η εγχείρηση…

Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011

Αφιερωμένο σε έναν Κώστα

Σε βλέπω και το μάτι μου, πέφτει στο κενό
που έχεις στο κεφάλι σου, το ηλίθιο, το καραφλό
θέλω να φτύσω στην παλάμη μου, και να σου ρίξω φάπα
με ευθύς να σου το δίλλημα, στην καράφλα ή στη μάπα;
~   Ο   ~
Το σκέφτομαι για λίγο έντονα, γύρω στο ένα λεπτό
κοιτώντας με μίσος το κεφάλι σου, το ηλίθιο, το καραφλό
Και τελικά αποφάσισα, να μη σου ρίξω φάπα
γιατί θα λερωθώ με το πετρέλαιο, που έχεις στην καράφλα
~   Ο   ~
Μα σκέψου ποιος ηλίθιος, θα λούζονταν με ντίζελ
τώρα που με την κρίση δεν μπορεί να βρει δουλειά, ακόμα και ο Βιν Ντίζελ;
Μόνον αυτός που βιολογία έγραψε, κάτω από την βάση
γιατί είναι ηλίθιος και δεν εγνώριζε, του γονιδίου τη δράση
~   Ο   ~
Που κάνει την καράφλα να περνά, απ’ τον γονιό στα τέκνα
και ούτε με ντίζελ μήτε με αλοιφές, γλυτώνεις από τέτοια
Κι αν δεν κατάλαβες εσύ είσαι αυτός, εσύ είσαι, ναι, Σταμάτη
που έτσι όπως σκας γυαλιστερός, σε βλέπω, μου γυρνά το μάτι
~   Ο   ~
Γι’ αυτό λοιπόν Ηλίθιε, με κεφαλαίο ήττα
πρόσεχε την επόμενη φορά, θα χω μαζί μου σπίρτα.

Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

Γράμμα σε κάποια Τίνα

Αγαπημένη μου,
  έχει περάσει μόλις ένας χρόνος από το χωρισμό μας κι όμως, τα θυμάμαι όλα σαν να ήταν πέρυσι. Η εικόνα σου δεν μπορεί να σβήσει, ούτε καν να ξεθωριάσει από το νου μου. Είναι σαν να έχει συνδεθεί με τα ηλεκτρόδια του εγκεφάλου μου και να μην μπορώ να βρω την πρίζα. Γιατί μου το κάνεις αυτό μωρή καριόλα; Γιατί; Όχι, συγχώρεσέ με αγάπη μου. Έχω πιεί λίγο και δεν ξέρω τι γράφω.
  Θυμάμαι την πρώτη φορά που αντικρίσαμε ο ένας τον άλλο. Ήσουν τόσο όμορφη. Καθόσουν με τις φίλες σου και ξεχώριζες ανάμεσά τους, όπως ένα κάτασπρο λουλούδι επιβάλει την αδιαμφισβήτητη ομορφιά του καθώς υψώνεται ανάμεσα σε τσουκνίδες. Με κοίταζες με αυτό το γεμάτο απορία βλέμμα σου που με τρέλαινε. Ήμουν πιωμένος και θαρρετός, σε πλησίασα, σου χάιδεψα τα μαλλιά και σου είπα, «πάμε;». «Νε», μου αποκρίθηκες, «νε».
  Κι αυτό ήταν το ξεκίνημα ενός μεγάλου έρωτα, όμοιου με αυτόν που γράφουν στα βιβλία, όμοιου με αυτόν που τυραννάει ασταμάτητα τους ποιητές, και τους εξωθεί να ξεσκίσουνε τις καλλιτεχνικές τους φλέβες, γεμίζοντας με λογοτεχνικό αίμα τις τσαλακωμένες σελίδες τους. Ο έρωτας του μπεκρή για την μποτίλια του, του τζάνκι για τη δόση του, του μαλάκα για την παλάμη του. Ο έρωτάς μου για σένα.
  Θυμάμαι κάθε φορά που το είδωλό μου καθρεπτιζόταν στα μεγάλα σαν ζαφείρια μάτια σου, πως υγραίνανε και δάκρυα χαράς και λαχτάρας για έρωτα χύνονταν βροχή, μουλιάζοντας το ξεραμένο χώμα. Έπειτα, γυμνοί και οι δυο, κάναμε το φεγγάρι να κρύβεται από ντροπή πίσω από τα ουράνια πέπλα του, σαν άκουγε την εκπλήρωση του έρωτά μας. «Νε, νε, νεεεε..» ξεφώνιζες, και εγώ από πίσω συμφωνούσα.
  Λατρεμένη μου, θυμάμαι όλες τις φορές που σε ρώταγα αν μ’ αγαπάς όσο και εγώ. Η απάντηση ήταν «νε», ακόμα κι αν δε σε ρωτούσα. Τώρα καταλαβαίνω το μέγεθος της αγάπης σου για μένα. Θυμάμαι τότε που γονατιστός, πιωμένος λίγο το παραδέχομαι, σου χάιδεψα τα μαλλιά και σου ζήτησα να με παντρευτείς. «Νε», αναφώνισες γεμάτη δάκρυα, «νε».
  Μονάκριβή μου, πόσο αλλιώτικα θα ήταν σήμερα τα πάντα αν ήμασταν ακόμα μαζί. Πόσο αργά θα έρρεε για εμάς το αιώνιο ποτάμι του χρόνου. Πόσες θεσπέσιες αναμνήσεις θα αποκομίζαμε αν κάναμε αυτό το γαμήλιο ταξίδι στα νησιά του πάσχα που σου είχα τάξει. Πόσο άραγε; Δεν μάθαμε ποτέ. Αχ, ας ήταν μόνο αυτό το «νε» σου, να βούιζε στα αυτιά μου αιώνιο.
  Ας ήταν όμως και οι αναμνήσεις να μην έρχονταν ποτέ παρέα. Καλές και άσχημες μαζί, φίλες αχώριστες από παιδιά, τι αδικία. Θυμάμαι… Ήταν νύχτα όταν χωρίσαμε, έξω βροχή. Είχαμε κουρνιάσει σαν δυο αρκουδένια τομάρια δίπλα στο τζάκι. Σου χάιδευα τα μαλλιά έτσι όπως ήσουν αφημένη πάνω μου μετά το εξοντωτικό γαμήσι. Τα χείλη σου ακόμα σχημάτιζαν τα ηδονικά σου «νε». Το ρολόι του ήλιου είχε σπάσει και η αυγή αργούσε να φανεί. Ήμουν και λίγο πιωμένος και όλα φάνταζαν υπέροχα. Μέχρι εκείνη τη μοιραία στιγμή.
  Εκείνη τη γυμνή στιγμή που οι κατάρες μιας ζωής δε φτάνουν να τη ντύσουν. Που ήταν λες και όλα σκοτείνιασαν κι ας ήταν η φωτιά θρεμμένη μες το τζάκι. Που ήταν σαν να άνοιξε ο κώλος του σύμπαντος και να έχεσε στα κεφάλια μας. Δεν έφτανε αυτό, τράβηξε και το καζανάκι. Τη στιγμή που η ζήλεια οδήγησε εκείνο το βράδυ αυτούς τους βάρβαρους με τα δαδιά, μέσα στο αχυρένιο καταφύγιό μας. Ακόμα δεν έχω συγχωρήσει τον εαυτό μου που είχα ξεχάσει να κλειδώσω.
  Σε τράβηξαν απ’ τα μαλλιά βίαια και σε πήραν από τη ζεστή αγκαλιά μου. Στα χέρια μου ξεριζωμένες τούφες σου. Ήμουν πιωμένος και δεν είχα δύναμη να αντιδράσω. Ουρλιάζανε για θεούς και δαίμονες, ανήμποροι να αποδεχθούν την εικόνα του έρωτά μας. Ζήλεια. Καταραμένη ζήλεια.
  Μέσα στον πανικό το απλανές σου βλέμμα συνάντησε το δικό μου. «Θα μ’ αγαπάς για πάντα;», ρώτησα. «Μπεεεε», ξεφώνισες καθώς σε απομακρύνανε, «μπεεε, ρε μαλάκα, μπεεε».


                                        
Αγαπημένη μου