Τρέχω. Οι μύες των ποδιών μου καίνε και το ένα μου πνευμόνι το έφτυσα πριν δύο τετράγωνα. Γύρω μου ερείπια, σπασμένες βιτρίνες, σπίτια τυλιγμένα στις φλόγες. Γύρω μου άνθρωποι. Άλλοι τρέχουν, άλλοι στέκονται ακίνητοι κι άλλοι είναι σωριασμένοι κάτω και πνίγονται στο ίδιο τους το αίμα. Όλοι όμως μοιάζουνε, όλοι μας μοιάζουμε. Φοράμε όλοι την ίδια μάσκα. Τη μάσκα της φρίκης, της αγωνίας, του αναπόφευκτου. Ελάχιστα μέτρα πίσω μου ακούγονται οι κραυγές των λιγότερο τυχερών, αυτών που κουράστηκαν να τρέχουν. Μία κραυγή, ένας πυροβολισμός και ύστερα το ίδιο σκηνικό. Όλα ξεκίνησαν πριν από τρεις ώρες, νομίζω, ίσως και πριν από μία ώρα, μισή ώρα, δέκα λεπτά. Έχω χάσει την αίσθηση του χρόνου. Δεν έχει άλλωστε σημασία. Το μόνο που σκέφτομαι είναι να συνεχίσω να τρέχω. Μας κυνηγάνε δύο παιδάκια, δύο μικρά, γλυκά, στρουμπουλά, γαμημένα παιδάκια. Κρατάνε καλάζνικοφ και καραμπίνες, περίστροφα και μπαζούκας. Περιπολικά εκτοξεύονται φλεγόμενα, μπάτσοι σωριάζονται στο δρόμο κατά μυριάδες, κλούβες εκρήγνυνται με κρότο . Λαμαρίνες, αλεξίσφαιρα, τεθωρακισμένα οχήματα, τίποτα δεν είναι ικανό να σταματήσει τα φονικά τους βλήματα. Σαρώνουν τους πάντες και τα πάντα στο διάβα τους. Δύο παιδάκια, δύο γαμημένα παιδάκια. Κάπου-κάπου ακούγεται στο βάθος μια φωνή που λέει «Τα σκότωσαν, ναι, τα σκότωσαν τα μπάσταρδα». Ξανασηκώνονται όμως και η ίδια φωνή λέει «Ω, σκατά» και μετά μεταμορφώνεται σε κραυγή και λέει «Ααααργκ…». Κανείς και τίποτα δεν είναι ικανό να τα σταματήσει. Τίποτα; Ξαφνικά ακούγονται έλικες. Τα βλέμματα όλων στρέφονται στον ουρανό. Είναι τα ελικόπτερα. Επιτέλους, καιρός ήταν να επέμβει και ο στρατός. Τα πυρά των μανιασμένων πουστόπαιδων στρέφονται στον ουρανό. Ένα, δύο, δέκα ελικόπτερα αρπάζουν φωτιά και συντρίβονται πάνω στο τρομαγμένο πλήθος. Όλα τους καταρρίπτονται το ίδιο στιγμιαία όπως εμφανίστηκαν. Όλα τους; Έχει μείνει μόνο ένα, ένα μεγάλο, λαμπερό, γαμηστερό ελικόπτερο. Τα μικρά μαλακισμένα το πυροβολούν, του εκτοξεύουν ρουκέτες, του πετάνε μπόμπες, το φτύνουν, του κάνουν κωλοδάχτυλα. Το μεγάλο ελικόπτερο όμως συνεχίζει να αιωρείται αγέρωχο. Μία αίσθηση προσμονής διακατέχει τους πάντες, μερικά χαμόγελα σχηματίζονται δειλά-δειλά. Περιμένουμε. Όχι για πολύ. Μεγάλες, λαμπερές, γαμηστερές ρουκέτες εκτοξεύονται η μία μετά την άλλη από το μεγάλο, λαμπερό, γαμηστερό ελικόπτερο. Η μία μετά την άλλη βρίσκουν με ακρίβεια πενήντα μέτρων το στόχο τους. Ας είναι. Έτσι κι αλλιώς θα τους σκότωναν τα μικρά μαλακιστήρια. Τα πάντα καλύπτονται από το νέφος της μεγάλης, λαμπερής, γαμηστερής έκρηξης. Όλοι περιμένουν, ιδρώνουν, ξεφυσάνε, ξύνονται. Σιγά-σιγά η ατμόσφαιρα καθαρίζει, οι φλόγες καταλαγιάζουν. Τίποτα δεν φαίνεται να μπορεί να επιβίωσε. Δύο μικρές, γλυκές, στρουμπουλές, γαμημένες φιγούρες αχνοφαίνονται. Όλοι περιμένουμε, ελπίζουμε, προσευχόμαστε. Όλοι με μια φωνή μετράμε αντίστροφα. Δέκα, εννιά, οχτώ, εφτά, το ένα σκατόπαιδο σωριάζεται. Συνεχίζουμε να μετράμε, έξι, πέντε, τέσσερα, τρία… και το δεύτερο γαμόπαιδο σωριάζεται χτυπώντας το μικρό, γλυκό, στρουμπουλό, γαμημένο σκατοκέφαλό του στην άκρη του πεζοδρομίου με κρότο. Δύο, ένα…. Επικρατεί ησυχία, όλοι κοιταζόμαστε μεταξύ μας και περιμένουμε. Ξαφνικά η σιωπή σπάει. Αυτό που όλοι προσμέναμε. Μια χαρούμενη φωνή. «Ναιιιιι, πάρτε τ΄αρχίδια μου μαλακισμένα, ναιιιιιιιιι, ψοφίστε μπάσταρδα.» Ανακούφιση, αγαλλίαση, πλημμυρίζουν τους πάντες. Τα μικρά, γλυκά, στρουμπουλά, γαμημένα παιδάκια δεν ξανασηκώθηκαν. Ήταν πλέον γεγονός. Τους τελείωσαν επιτέλους τα κέρματα. Άλλη μια μέρα έφτασε στο τέλος της και όσοι επέζησαν ήταν ευγνώμονες. Μία νέα μέρα φαίνεται στον ορίζοντα, στο βάθος, εκεί που τελειώνει η πόλη μας, εκεί που τελειώνει η πίστα τέσσερα….

Τα γαμημενα. Καλα τους εκαναν
ΑπάντησηΔιαγραφήΉταν όμως πολύ αργά, είχαν κάνει χάι σκορ..
ΑπάντησηΔιαγραφή