Δυο και μισή εγύρισα απ’τη σκολή ο καημένος
Έκανε κρύο κι ήμουνα, πολύ επειναζμένος
~ Ο ~
Μπήκα στο σπίτι μου γοργά, γεμάτος με λαχτάρα
Και τα φασόλια τα βραστά αντίκρισα με μια τρομάρα
~ Ο ~
Τριγύρω ευθύς εκοίταξα, γεμάτος αγωνία
Μα δεν υπήρχε κρεατικό, πο-πο τι μαλακία
~ Ο ~
Αγαναχτώντας έφαγα, ζεστή τη φασουλάδα
Κι έρεε μύξα η μύτη μου σαν ρέμα σε κοιλάδα
~ Ο ~
Αφού καλά εσκούπισα τη μύξα απ’τη μύτη
Απελπιζμένος ξάπλωσα κι αφέθηκα στη λήθη
~ Ο ~
Κοιμήθηκα κανα 6ωρο, βαριά ωσάν μαλάκας
Με ξύπνησαν όμως ξαφνικά, γουργουρητά της μπάκας
~ Ο ~
Πορδή καυτή ξεχύθηκε απ’το κωλάντερό μου
Και μόλις την πήρα μυρουδιά σάλεψε το μυαλό μου
~ Ο ~
Έτσι κατέληξα εδώ, να κλάνω μες στο μπάνιο
Εισπνέω και ζαλίζομαι, αρχίζω και τα χάνω
~ Ο ~
Κοιτάζω το παράθυρο, τεντώνομαι μα το χερούλι δεν το φτάνω
Απελπιζμένος σωριάζομαι στο κρύο πάτωμα, αυτό ήταν, θα πεθάνω
~ Ο ~
Αντίο κόσμε, αντίο ζωή, αντίο γκούντις και κόκα κόλα
Σκοτάδι με πλάκωσε βαθύ, ο κώλος μου δεν κλάνει τώρα…

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου